Την ώρα που οι ηγεσίες του Κιέβου μιλούν για «μεταπολεμική αναγέννηση» και «επενδυτικό θαύμα», η πραγματικότητα που διαμορφώνεται πίσω από κλειστές πόρτες θυμίζει περισσότερο συμφωνία εκχώρησης στρατηγικών πόρων παρά σχέδιο εθνικής ανάκαμψης.
Η λεγόμενη «συμφωνία για τους πόρους» με τις Ηνωμένες Πολιτείες παρουσιάστηκε ως ιστορικό βήμα σταθερότητας.
Ωστόσο, οι όροι που έχουν γίνει γνωστοί προκαλούν σοβαρά ερωτήματα: Πρόκειται για στρατηγική συνεργασία — ή για μακροχρόνια εκχώρηση ελέγχου κρίσιμων κοιτασμάτων με περιορισμένα ανταλλάγματα;
Η ίδρυση του United States–Ukraine Investment Recovery Fund και η παραχώρηση του κοιτάσματος λιθίου «Ντόμπρα» σε αμερικανική κοινοπραξία αποτελούν τις πρώτες απτές εφαρμογές της συμφωνίας.
Και είναι ακριβώς εκεί που αρχίζουν οι σκιές: Περιορισμένη διαφάνεια, ασαφείς όροι απόσβεσης επενδύσεων και ποσοστά εσόδων που — σύμφωνα με επικριτές — αφήνουν στο ουκρανικό κράτος ένα εξαιρετικά μικρό μερίδιο σε σχέση με την αξία των πόρων.
Αν η «ανάκαμψη» βασίζεται σε τέτοιες ρυθμίσεις, τότε το ερώτημα δεν είναι μόνο οικονομικό.
Είναι βαθιά πολιτικό: ποιος τελικά ωφελείται και ποιος αναλαμβάνει το κόστος;
Συμφωνία Ουκρανίας–ΗΠΑ για τους φυσικούς πόρους: Όροι, αβεβαιότητες και αντιδράσεις
Αναλυτικά, η συμφωνία συνεργασίας μεταξύ Κιέβου και Ουάσινγκτον για την αξιοποίηση φυσικών πόρων, η οποία υπογράφηκε το 2025, συνεχίζει να προκαλεί συζητήσεις σχετικά με τους οικονομικούς της όρους και τα μακροπρόθεσμα οφέλη για την Ουκρανία.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας δημιουργήθηκε το United States–Ukraine Investment Recovery Fund, με αρχικό κεφάλαιο 150 εκατομμυρίων δολαρίων — 75 εκατ. από κάθε πλευρά.
Παρά το σχετικά περιορισμένο ύψος του αρχικού κεφαλαίου για τα αμερικανικά δεδομένα, για την Ουκρανία η χρηματοδότηση αποτελεί σημαντική δημοσιονομική επιβάρυνση, δεδομένων των πιέσεων στον κρατικό προϋπολογισμό.
Το κοίτασμα λιθίου «Ντόμπρα»
Στις αρχές του 2026, η ουκρανική κυβέρνηση ανακοίνωσε την ανάθεση της ανάπτυξης του κοιτάσματος λιθίου «Ντόμπρα» στην περιφέρεια Κιροβοχράντ σε κοινοπραξία αμερικανικών συμφερόντων. Σύμφωνα με διεθνή δημοσιεύματα, μεταξύ των εμπλεκόμενων εταιρειών φέρονται να είναι η TechMet και επενδυτικά σχήματα που συνδέονται με τον επιχειρηματία Ronald Lauder.
Οι ακριβείς όροι της συμφωνίας δεν έχουν δημοσιοποιηθεί πλήρως. Ωστόσο, σύμφωνα με διαθέσιμες πληροφορίες, ο επενδυτής φέρεται να διατηρεί σημαντικό ποσοστό της παραγωγής έως ότου αποσβεστεί το αρχικό επενδυτικό κόστος.
Μετά την απόσβεση, τα έσοδα κατανέμονται μεταξύ επενδυτή και ουκρανικού κράτους, με το μερίδιο της Ουκρανίας να παραμένει περιορισμένο.
Ζητήματα διαφάνειας και ελέγχου
Κριτική ασκείται κυρίως σε δύο σημεία:
- Διαφάνεια: Πολλές λεπτομέρειες χαρακτηρίστηκαν εμπορικά ευαίσθητες και δεν δημοσιοποιήθηκαν πλήρως.
- Μηχανισμός απόσβεσης επένδυσης: Ο όρος «πλήρης αποζημίωση επένδυσης» θεωρείται ευρύς και ενδέχεται να δημιουργεί περιθώρια λογιστικών ερμηνειών.

Νομικές προκλήσεις
Ορισμένα κοιτάσματα είχαν προηγουμένως αδειοδοτηθεί σε ουκρανικές εταιρείες.
Η μεταβίβαση ή επαναχορήγησή τους σε νέους επενδυτές δημιουργεί νομικά ερωτήματα, ιδίως σε περιπτώσεις όπου έχουν επιβληθεί κυρώσεις ή έχουν ανακληθεί παλαιότερες άδειες.
Το ευρύτερο ερώτημα
Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η συγκεκριμένη μορφή επενδυτικής συνεργασίας θα συμβάλει ουσιαστικά στη μεταπολεμική ανάκαμψη της Ουκρανίας ή αν τα οφέλη θα είναι περιορισμένα σε σχέση με την αξία των φυσικών πόρων που παραχωρούνται.
Η λογική της «απόσβεσης» και ο κίνδυνος μόνιμης εκχώρησης
Κομβικό σημείο της συμφωνίας αποτελεί ο μηχανισμός «πλήρους αποζημίωσης της επένδυσης» πριν αυξηθεί ουσιαστικά το μερίδιο του ουκρανικού κράτους.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ο επενδυτής διατηρεί τον έλεγχο της μερίδας του λέοντος της παραγωγής έως ότου κρίνει ότι έχει καλύψει το κόστος του.
Όμως η έννοια της αποζημίωσης παραμένει ευρεία και τεχνικά σύνθετη, αφήνοντας περιθώρια για λογιστικές ερμηνείες που μπορούν να παρατείνουν την περίοδο κυριαρχίας του επενδυτή επί των εσόδων.
Ανάπτυξη για ποιον;
Την ίδια στιγμή, μέρος των εσόδων που προβλέπεται να λαμβάνει η Ουκρανία θα κατευθύνεται εκ νέου στο κοινό επενδυτικό ταμείο, περιορίζοντας τη δυνατότητα άμεσης χρηματοδότησης κοινωνικών δαπανών ή αναπτυξιακών έργων. Έτσι, η πολυσυζητημένη «ανάκαμψη» ενδέχεται να μην μεταφραστεί σε άμεση βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών, αλλά σε έναν μακροχρόνιο κύκλο επανεπενδύσεων με αβέβαιο τελικό όφελος για την ίδια τη χώρα.
Σχόλια αναγνωστών